Πάω να μπω στο μαγαζί να παραγγείλω βιαστικά κάτι να φάω και άξαφνα βλέπω την κυρά Ντίνα, με ένα καθόλα φουσκωτό αλουμινόχαρτο στα χέρια να ξεμυτά αργά αργά από τη πολυκατοικία.
Δεν προλαβαίνει καλά καλά να βγει και νάσου πετιέται ο Στέφανος! Ασπρόμαυρος, χοντρός και πεινασμένος γάτος, γνωστός ζήτουλας της γειτονιάς, μπουρδουκλώνεται στα πόδια της κυρά Ντίνας.
Εκείνη, με απλανές μακάριο βλέμμα, ιδιαίτερως προχωρημένης ηλικίας, βαδίζοντας αργά αργά προς το απέναντι πεζοδρόμιο, του ψελίζει κάτι…
Κοντοστέκομαι κάτω από τη κάσα της πόρτας του μαγαζιού σιγομουρμουρίζοντας:
«Α ρε τυχεράκια…. σου ‘φεξε! Άλλοι πεινάνε και άλλοι θα λουκουλιάσουν! Φάε Κώστα delivery και ο γάτος σπιτικό φαγητό…»
Κάνω στροφή προς τα μέσα όταν ακούω πνιχτό γέλιο, ενώ βλέπω τον γάτο να περνά από μπροστά μου σίφουνας, μες την τσαντίλα, με το κεφάλι κάτω και την ουρά στα σκέλια. Όπου φύγει φύγει ο γάτος!
-Τρέχα να δεις Κώστα, τρέχα!
-Τι ειναι ρε Γιάννη;
-Έλα να δεις απέναντι!