Αστείες ιστορίες του κρασάδικου – #5 Αλήθεια, τι τρώνε οι γάτες;

Αστείες ιστορίες του κρασάδικου – #5 Αλήθεια, τι τρώνε οι γάτες;

Ώρα για κολατσιό!

Η κοιλιά μου γουργουρίζει και η πείνα με θερίζει. Είναι δεν είναι δύο το μεσημέρι και λιμοκτονώ!!! Στο μαγαζί έχει σχετική ησυχία και ο κόσμος μαζεύεται σιγά σιγά για το μεσημεριανό φαγητό.

Βγαίνω έξω να πετάξω τα σκουπίδια του μαγαζιού και οι μυρωδιές από τα μαγειρέματα της γειτονιάς παίζουν με την μύτη μου, η οποία, κακά τα ψέματα, έχει και ένα μέγεθος και τα πιάνει όλα στον αέρα!

Να τα κεφτεδάκια, να οι πατάτες οι τηγανητές, να το μοσχάρι κατσαρόλας, όλα στριφογυρίζουν στον αέρα! Μέχρι και οι γάτες της γειτονιάς έχουν ξεσηκωθεί και νιαουρογκρινιάζουν συρτά απ’ τη πείνα, περνοδιαβαίνοντας έξω από τα μαγαζιά εδώ γύρω, μπας και φάνε τίποτε. Ώρα για κολατσιό!

Αλήθεια, τι τρώνε οι γάτες;

Πάω να μπω στο μαγαζί να παραγγείλω βιαστικά κάτι να φάω και άξαφνα βλέπω την κυρά Ντίνα, με ένα καθόλα φουσκωτό αλουμινόχαρτο στα χέρια να ξεμυτά αργά αργά από τη πολυκατοικία.

Δεν προλαβαίνει καλά καλά να βγει και νάσου πετιέται ο Στέφανος! Ασπρόμαυρος, χοντρός και πεινασμένος γάτος, γνωστός ζήτουλας της γειτονιάς, μπουρδουκλώνεται στα πόδια της κυρά Ντίνας.

Εκείνη, με απλανές μακάριο βλέμμα, ιδιαίτερως προχωρημένης ηλικίας, βαδίζοντας αργά αργά προς το απέναντι πεζοδρόμιο, του ψελίζει κάτι…

Κοντοστέκομαι κάτω από τη κάσα της πόρτας του μαγαζιού σιγομουρμουρίζοντας:

«Α ρε τυχεράκια…. σου ‘φεξε! Άλλοι πεινάνε και άλλοι θα λουκουλιάσουν! Φάε Κώστα delivery και ο γάτος σπιτικό φαγητό…»

Κάνω στροφή προς τα μέσα όταν  ακούω πνιχτό  γέλιο, ενώ βλέπω τον γάτο να περνά από μπροστά μου σίφουνας, μες την τσαντίλα, με το κεφάλι κάτω και την ουρά στα σκέλια. Όπου φύγει φύγει ο γάτος!

-Τρέχα να δεις Κώστα, τρέχα!
-Τι ειναι ρε Γιάννη;
-Έλα να δεις απέναντι!

Πλησιάζω. Με το βλέμμα του στραμμένο κάτω, ο γείτονας και φίλος Γιάννης, μου δείχνει το αλουμινόχαρτο.

-Δες τι έβαλαν στο γάτο να φάει!

«Ό,τι και να έβαλαν, καλύτερο από αυτό που θα φάω εγώ θα είναι» αναλογίζομαι, ενώ ετοιμάζομαι όλο περιέργεια να κοιτάξω μέσα στο αλουμινόχαρτο.

Δεν προλαβαίνω να δω και ακούω πίσω μου φωνή κοφτή, αυστηρή και τσεκουράτη:

-Μην κοντοστέκεσαι λεπτό! Βάλε 2 λίτρα καλοκαιρινό κρασάκι, Μοσχάτο απ’ τη Λήμνο, να πάω στην ευχή της Παναγίας! Είμαι busy σήμερα!

-Καλώς τον κύριο Μιμόζα! Πώς είστε;

-Ζέστα σήμερα! Εγώ καλά είμαι, εσύ τι έπαθες και έβαλες στο ζωντανό να φάει ΜΠΑΝΑΝΑ !

… ;;;

Οι αυτοτελείς ιστορίες του κρασάδικου αποτελούν μια χιουμοριστική πλευρά της καθημερινότητας του μαγαζιού μας… Έτσι, για να γελάσουμε λίγο! Καθημερινά γεγονότα που έχουν συμβεί και γελάσαμε πολύ, για την ακρίβεια ακόμη γελάμε δηλαδή και πάντα καλοπροαίρετα! Ευτυχώς που συμβαίνουν και αυτά, γιατί η ζωή και κατ’ επέκταση η δουλειά, θέλουν γέλιο για να την παλέψεις! «Πρόσωπα και ονόματα είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

Share post

Πληκτρολογήστε και πατήστε Enter για αναζήτηση

Καλάθι Αγορών

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι.